Είσοδος




Ξέχασα τον κωδικό μου

Εγγραφή

Αναζήτηση
Ροή twitter
Διαφημίσεις
Επικοινωνία

Άρθρα > Μελισσοπαίδεια > Γενικά

Ο Άγιος Φιλάρετος ο ελεήμων

Παρασκευή 18 Δεκ 2015, 10:43 |

Έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και Ειρήνης. Η καταγωγή του ήταν από τα μέρη της Παφλαγονίας, από την πόλη Άμνεια, η οποία υπάγετο στην Μητρόπολη της Γάγγρας. Ήταν ο μακάριος όντως φιλάρετος, διότι κατά το όνομα του ήταν και στις πράξεις ευσεβής και ενάρετος αλλά και πολύ πλούσιος στην ψυχή αλλά και σε υλικά αγαθά.

Είχε δώδεκα χιλιάδες πρόβατα, εξακόσια βόδια, άλογα, χωράφια με αμπέλια, οπωρώνες και άλλα όμοια, και δούλους και υπηρέτες. Η γυναίκα του ονόματι Θεοσεβώ ήταν ευγενική και με φόβο Θεού. Είχε ένα γιο τον Ιωάννη και δύο κόρες. Την Υπατία και την Ευανθία, οι οποίες ήσαν ωραιότερες από όλες τις γυναίκες του τόπου εκείνου.

Ο Φιλάρετος ήταν πολύ ελεήμων, φιλόπτωχος και φιλόξενος. Κάθε ημέρα έδινε άφθονα τον πλούτο του στους φτωχούς. Χόρταινε τους πεινασμένους, έντυνε τους γυμνούς, φρόντιζε τις χήρες και τα ορφανά, υποδεχόταν τους ξένους και όλους όσους είχαν ανάγκη, ευσπλαχνιζόταν τους πάντες και τους έδινε ότι χρειάζονταν. Όχι δε μόνον τους πλησίον αγαπούσε και πρόσεχε αλλά και κάθε άνθρωπο φιλοδωρούσε πλουσιοπάροχα. Αλήθεια, έμοιαζε σαν άλλος Αβραάμ, παντού, στην φιλοξενία και στην προς τον πλησίον συμπάθεια. Η φήμη του απλώθηκε σαν κύμα σε όλη την Ανατολή. Έρχονταν όλοι οι φτωχοί και οι έχοντες ανάγκη και λάμβαναν από αυτόν άλλος χρήματα, άλλος ζώα, και άλλος άλλο κατά την ανάγκη του. Όσο έδινε τόσο και πλήθαιναν περισσότερο τα πλούτη του.

Έπεσε μεγάλος λοιμός στην χώρα και ασθένειες στα ζώα. Με τον καιρό λοιπόν, ο άγιος Φιλάρετος επτώχυνε, ώστε δεν του έμεινε άλλο, ειμή μόνον ένα ζεύγος βόδια, μια αγελάδα με το μοσχάρι της, ένα γαϊδουράκι και λίγα μελίσσια. Τους αγρούς τους άρπαξαν δυναστικά οι γεωργοί και οι γείτονες. Διότι όταν είδαν ότι πτώχευσε και δεν μπορεί να τους καλλιεργεί, άλλοι βίαια και άλλοι προκλητικά πήραν τους τόπους του και δεν του άφησαν άλλο, ειμή μόνον το σπίτι στο οποίο κατοικούσε. Από αυτά όλα που έπαθε, δεν λυπήθηκε, ούτε ποτέ ξέφυγε από τα χείλη του λόγος απρεπής. Μάλιστα όπως όταν πλουτίσει ξαφνικά ένας άνθρωπος χαίρεται, έτσι και εκείνος.

Μια ημέρα επήρε ο Φιλάρετος το ζευγάρι του και επήγε στο χωράφι το οποίο του είχε απομείνει. Εργαζόταν και ευχαριστούσε τον Κύριο, διότι κοπίαζε μόνος του να αποκτά τα προς του ζην με τον ιδρώτα του προσώπου του, και Τον παρακαλούσε να του δίνει υπομονή ως το τέλος. Ενός άλλου γεωργού φτωχού, που εργαζόταν με το ζευγάρι του στο χωράφι εκεί πλησίον, το βόδι του έπεσε κατά γης νεκρό. Βλέποντας αυτό ο άγιος τον λυπήθηκε πολύ, διότι ήταν πάμφτωχος και μάλιστα είχε χρέη. Επήγε λοιπόν ο φτωχός γεωργός στον Φιλάρετο να του πει την συμφορά του, για να τον παρηγορήσει τουλάχιστον με λόγο καλό, αφού γνώριζε ότι δεν μπορούσε να του δώσει βοήθεια εξ'αιτίας της φτώχειας του. Ο δε ελεήμων και χριστομίμητος άνθρωπος, σαν είδε τον πλησίον δακρυσμένο, τον συμπόνεσε και αμέσως έβγαλε από τον ζυγό το ένα βόδι του και του το χάρισε. Ο γεωργός θαύμασε την αγαθή προαίρεση του αγίου και είπε:
 - "Κύριε μου, γνωρίζω ότι άλλο βόδι δεν έχεις, λοιπόν πως θα καλλιεργήσεις το χωράφι σου;"
Ο άγιος του απάντησε:
 - "Έχω άλλο καλύτερο σπίτι μου. Πάρε λοιπόν εσύ αυτό να κάνεις την δουλειά σου, πριν το μάθει η γυναίκα και τα παιδιά σου πικραθούν."

Πήρε ο γεωργός το βόδι και έφυγε δοξάζοντας τον Θεό και ευχόμενος τον άγιο, ο οποίος έκαμε προς εκείνον τόσο μεγάλη ελεημοσύνη. Ο άγιος φορτώθηκε στον ώμο του τον ζυγό και το άροτρο και επέστρεψε με το ένα βόδι στο σπίτι του. Όταν τον ρώτησε η σύζυγος του τι έγινε το άλλο βόδι είπε ότι το μεσημέρι έπεσε να κοιμηθεί για λίγο, άφησε το βόδι να βόσκει και εκείνο έφυγε.

Τότε ο γιος του Ιωάννης άρχισε να αναζητά το χαμένο βόδι εδώ και εκεί. Βρήκε τον γεωργό που το είχε ζεμένο, θύμωσε πολύ και του λέει:
 - "Πως τόλμησες άνθρωπε, να ζεύξης ξένο κτήνος: επειδή φτωχύναμε οι ταλαίπωροι, μας καταφρονείτε τόσο πολύ, που αρπάζετε βίαια τα πράγματα μας;"
Ο γεωργός τότε του απάντησε:
 - "Παιδί μου, σε παρακαλώ, μην οργίζεσαι εναντίον μου αναίτια διότι ο πατέρας σου μου το χάρισε."
Όταν ο νεαρός Ιωάννης άκουσε αυτό έφυγε περίλυπος και το ανήγγειλε στην μητέρα του. Εκείνη έριξε το μαντήλι από το κεφάλι της και κλαίγοντας έλεγε προς τον άγιο αυτά τα σκληρά λόγια:
  - "Ω άσπλαχνε και ανίκανε, καλύτερα να μην σε είχα γνωρίσει. Αν δεν λυπάσαι εμένα, σπλαχνίσου τα παιδιά σου. Πως θα ζήσουν; Πέτρινος είσαι και αγροίκος και βαριέσαι να κοπιάζεις. Για να κοιμάσαι αμέριμνος έδωσε το ζώο σου και όχι για τον Κύριον."

Μετά παρέλευση πέντε ημερών, εκεί που έβοσκε το άλλο βόδι του γεωργού, έφαγε βότανο φαρμακερό και πέθανε. Πήρε το βόδι το οποίο του χάρισε ο Φιλάρετος και το επέστρεψε στο σπίτι του λέγοντάς του:
  - "Για την αμαρτία που διέπραξα και αδίκησα τα παιδιά σου, και πήρα το βόδι σου, δεν βάσταξε ο Θεός την αδιακρισία μου και μου θανάτωσε και το άλλο."
Ο Φιλάρετος τότε του έδωσε και το δεύτερο δικό του λέγοντας του:
 - "Πάρε και αυτό να δουλεύεις διότι εγώ έχω κατά νου να πάω σε τόπο μακρινό και δεν το χρειάζομαι."
Πήρε το δεύτερο βόδι από τον Φιλάρετο ο γεωργός και ξεκίνησε για το σπίτι του χαρούμενος αλλά και γεμάτος θαυμασμό για την γενναιοδωρία αλλά και την απλότητα του άγιου, διότι αν και έπεσε σε τόσο μεγάλη φτώχεια δεν έπαυσε την ελεημοσύνη. Στο σπίτι του μακάριου Φιλάρετου έκλαιγαν τα παιδιά του με την μητέρα τους και έλεγαν μεταξύ τους:
  - "Αλίμονο σε μας, που γνωρίσαμε τον άνθρωπο τούτον, τον παλαβό γέρο ο οποίος καθόλου δεν σκέπτεται, διότι αν και πτωχεύσαμε, είχαμε τουλάχιστον το ζευγάρι παρηγοριά για να μην χαθούμε από την πείνα οι ταλαίπωροι."
Ο άγιος τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:
  - "Μη λυπάστε, έχω χρήματα κρυμμένα σ' ένα τόπο, τόσο πολλά ώστε είναι αρκετά αν ζήσετε εκατό χρόνια, σας αρκούν να τρώτε και να ντύνεστε και να πορεύεστε χωρίς ποτέ να χρειασθεί να δουλέψετε."

Κάποτε ήλθε διαταγή να πάνε οι στρατιώτες στον πόλεμο κατά των Αγαρηνών. Ένας στρατιώτης ονόματι Μουσούλιος, ήταν πάμπτωχος και δεν είχε άλλο πράγμα, μόνον το άλογό του και ένα ακόντιο. Εκεί που κάνανε πολεμικά γυμνάσια κτύπησε το άλογο του φτωχού στρατιώτη και πέθανε. Ο στρατιώτης μην έχοντας την οικονομική δυνατότητα να το αντικαταστήσει, πριν γίνει αντιληπτό από τους ανωτέρους του, περιέπεσε σε μεγάλη θλίψη. Στην απελπισία του σκέφθηκε να πάει στον άγιο Φιλάρετο. Τον παρακάλεσε να του δανείσει το άλογό του για να μην τιμωρηθεί και όταν τέλειωναν τα γυμνάσια και οι ασκήσεις θα του το επέστρεφε. Ο άγιος όταν άκουσε την συμφορά του, του χάρισε το άλογο λέγοντας του: "Πάρε το άλογο, σου το χαρίζω και έχε το για όλη τη ζωή σου, ο Θεός να σε φιλάει από κάθε κίνδυνο."

Μια άλλη φορά ήλθε ένας φτωχός στον άγιο και του ζήτησε ένα μοσχάρι να κάνει καλή αρχή, διότι σε όποιον έδινε ο άγιος επλήθυνε η ευλογία στην δουλειά του. Ο άγιος χώρισε ευθύς από την γελάδα το μοσχάρι και το έδωσε στον φτωχό. Η αγελάδα όμως ζητούσε το τέκνο της και φώναζε. Του λέει τότε η γυναίκα του η Θεοσεβώ:  - "Καλά εμάς δεν μας λυπάσαι, άσπλαχνε, την αγελάδα δεν την συμπονείς, που την χώρισες από το παιδί της;"
Ο άγιος αποκρίθηκε: - "Να είσαι ευλογημένη από τον Θεό, διότι δικαίως μίλησες και δεν ήταν πρέπον να τα χωρίσω."
Αυτά είπε και φώναξε τον φτωχό και του λέει: - "Η γυναίκα μου λέγει, ότι έκανα αμαρτία να τα χωρίσω. Λοιπόν λάβε και την μητέρα του, την αγελάδα και ο Θεός να τα ευλογήσει στο σπίτι σου να τα πληθύνει καθώς κάποτε και τη δική μου την αγέλη."
Έτσι και έγινε, απέκτησε τόσα βόδια από εκείνη την ευλογία, ώστε πλούτισε. Η Θεοσεβώ όμως παρηγορούσε τον εαυτόν της λέγοντας: "καλά έπαθα διότι εάν δεν μιλούσα θα έμενε η αγελάδα στο σπίτι μας και θα είχαμε έστω ένα ποτήρι γάλα."

Εκείνη την χρονιά έπεσε μεγάλη πείνα στην χώρα. Μην έχοντας ο Φιλάρετος να θρέψη τα παιδιά του και την γυναίκα του, πήρε το γαϊδουράκι του και επήγε σε μια διπλανή περιφέρεια, σε κάποιον γνωστό του και δανείσθηκε τριάντα κιλά σιτάρι. Αφού γύρισε στο σπίτι του και το ξεφόρτωσε ήλθε ένας φτωχός και του ζήτησε λίγο σιτάρι. Αυτός είπε στην γυναίκα του να του δώσει ένα μερίδιο. Αυτή όμως του είπε: - "Δώσε πρώτα σε μας μερίδιο και το υπόλοιπο δώσε σε όποιον θέλεις"
Ο Φιλάρετος τότε της είπε: - "Εγώ δεν έχω μερίδα;" και απαντά η Θεοσεβώ: - "Εσύ είσαι άγγελος και δεν τρως, διότι εάν είχες ανάγκη από ψωμί, δεν θα χάριζες το σιτάρι που δανείσθηκες και που με τόσο κόπο το έφερες από τόσα χιλιόμετρα μακριά."
Ο Φιλάρετος μαλώνοντας την γυναίκα του της λέει: - "Ο Θεός να σε συγχωρέσει." Έπειτα μέτρησε δύο μερίδια από το σιτάρι τα έδωσε στον φτωχό.

Έκλαιγε η Θεοσεβώ με τα παιδιά της επειδή δεν είχανε να φάνε τίποτε. Πήγε και δανείσθηκε ένα ψωμί από τον γείτονα της, μάζεψε και αγριολάχανα τα έβρασε και φάγανε, ο άγιος πήγε σε άλλον γείτονα και δείπνησε ευχαριστώντας τον Κύριο. Τότε ένας άρχοντας μέγας, φίλος του Φιλάρετου, ο οποίος ήταν κυβερνήτης της πόλης, ακούγοντας και μαθαίνοντας την ιστορία για την έσχατη πτώχευση του πρώην εκλαμπρότατου φίλου του, του έστειλε σαράντα κοιλά σιτάρι (ένα κοιλό των Βυζαντινών είναι ίσο με τριάντα κιλά σήμερα). Βλέποντας ο άγιος αυτό ευχαρίστησε τον Θεό που φροντίζει για τους δούλους του. Η γυναίκα του μόλις το είδε αμέσως το μοίρασε και πήρε ο καθένας πέντε κοιλά.

Από το σιτάρι πήρε και ο άγιος, το μερίδιο του το έδινε στους φτωχούς. Σε τρεις ημέρες δεν του έμεινε ούτε σπυρί από το μερίδιο του. Όταν τρώγανε η γυναίκα και τα παιδιά του, πήγαινε και αυτός και του έδιναν γογγύζοντας και λέγοντας προς τον άγιο: "Έως πότε θα έχεις τον θησαυρό που μας λες κρυμμένο και δεν τον βγάζεις για να αγοράζουμε να τρώμε και να ντυνόμαστε σαν άνθρωποι παρά να έρχεσαι και να παίρνεις πάλι πίσω από το σιτάρι που μας έδωσες;"

Δεν του έμεινε λοιπόν τίποτε άλλο παρά μόνον τα μελίσσια του, αυτά κάποτε, ήταν πάρα πολλά και έδιναν στον Φιλάρετο πολλά μέλια και πολύ κερί, που ο ελεήμων γέροντας τα μοίραζε στους φτωχούς και αναξιοπαθούντες της περιοχής που ζούσε, μετά από τόσα και τόσα που του πήραν του αφαίρεσαν και πάρα πολλές κυψέλες, του έμειναν λίγες και όταν κάποιος φτωχός ερχόταν για ελεημοσύνη τον έπαιρνε στο μελισσοκομείο του και τον χόρταινε ταΐζοντας τον με κηρηθρόμελο. Το κερί που έμενε από τα μελίσσια του το μάζευε και το πήγαινε στα Μοναστήρια της περιοχής του. Κρατούσε όμως και κερί που το έδινε στους συμπολίτες του και έκαναν μικρά κεράκια, τα άναβαν μπροστά από τις εικόνες τους και υμνούσαν τους αγίους και τον Κύριον. Αυτό έκανε κάθε μέρα για πολύ καιρό.

Στο τέλος του έμεινε μόνον μια κυψέλη με μέλι, αλλά πήγαν κρυφά τα παιδιά του και το τρυγήσανε. Όταν ήλθε άλλος φτωχός, τον πήγε στο μελίσσι και αφού δεν βρήκανε μέλι, ο ελεήμων Φιλάρετος έβγαλε το ρούχο του και το έδωσε στον φτωχό, για να μην γυρίσει στην οικογένεια του ο κακόμοιρος με άδεια χέρια.

Όταν τον ρώτησαν οι δικοί του τι έγινε το ρούχο, τους αποκρίθηκε πως το έχασε. Η Θεοσεβώ που πράγματι τον αγαπούσε πολύ και καταλαβαίνοντας την εσωτερική ανάγκη του Φιλάρετου για ελεημοσύνη, έκοψε ένα ιμάτιο δικό της και το μεταποίησε σε ανδρικό ρούχο και το φορούσε.

Τον καιρό εκείνο βασίλευε η φιλόχριστος Ειρήνη και ο γιος της Κωνσταντίνος 780 έως 797 μ.Χ. Αυτοί στείλανε στρατιώτες σ' ολόκληρη την χώρα, για να βρουν μια κόρη ωραία και ενάρετη, άξια να γίνει σύζυγος του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου. Πηγαίνοντας σε όλες τις πόλεις και περιφέρειες έφτασαν και στην Άμνεια. Εκεί είδαν οι άνθρωποι του Αυτοκράτορα το σπίτι του Φιλάρετου μεγάλο, επιβλητικό και ωραίο νόμισαν ότι ανήκει σε κάποιον επίσημο άρχοντα. Όταν ρώτησαν οι άνθρωποι της πόλης τους είπαν, μην πάτε στο σπίτι αυτό να μείνετε, διότι ένας πολύ φτωχός γέροντας κατοικεί ο οποίος βέβαια δεν έχει και τίποτε καλό να σας προσφέρει, ούτε καν ένα πιάτο φαγητό. Οι απεσταλμένοι, όπως και οι φτωχοί που ερχόταν τακτικά για ελεημοσύνη, νομίζοντας ότι κάποιος πλούσιος έμενε στο αρχοντόσπιτο, διέταξαν τους υπηρέτες να κουβαλήσουν τα πράγματα για διανυκτέρευση στο σπίτι του αγίου.

Ο φιλόθεος Φιλάρετος προϋπάντησε τους ξένους με μεγάλη χαρά, δίνοντας τους χίλιες ευχές και ευχαριστίες διότι καταδέχθηκαν να καταλύσουν στην πενιχρή και ταπεινή του οικία. Έπειτα πρόσταξε την Θεοσεβώ να ετοιμάσει φαγητό να τους φιλέψουν. Η γυναίκα του είπε, ούτε μία κότα δεν άφησες, ταλαίπωρε στο σπίτι σου τι να τους φιλέψουμε; ή να μαγειρέψω άγρια χόρτα και λάχανα;

Λέγει δε προς αυτήν ο άγιος, άναψε την φωτιά, στόλισε το μέγα τρίκλινο και σφούγγισε το μεγάλο τραπέζι και μην ανησυχείς, ο Θεός θα μας στείλει και φαγητά όσα θέλουμε για να ταΐσουμε τους φιλοξενούμενους μας. Έτσι λοιπόν, ευπρέπισε η γυναίκα το τραπέζι και ιδού οι πρώτοι της χώρας έφεραν από το κυνήγι τους, πουλιά, άγρια περιστέρια, λαγούς και άλλα θηράματα, κρασί και ότι άλλο χρειάζονταν. Η Θεοσεβώ τα μαγείρεψε με μεγάλη τέχνη και μυρωδικά, τα έβαλε στο μεγάλο τραπέζι και τους κάλεσε για φαγητό. Όταν είδαν οι άνθρωποι του Αυτοκράτορα τέτοια ευπρέπεια και τάξη και τα πλούσια φαγητά, που ήταν άξια για μεγάλους άρχοντες, βλέποντας και τον γέροντα ιεροπρεπή και σεβάσμιο, διότι ήταν καθ' όλα όμοιος με τον Πατριάρχη Αβραάμ, όχι μόνον στην φιλοξενία, αλλά και στην όψη, έμειναν πολύ ευχαριστημένοι.

Καθώς έτρωγαν, ήλθε ο γιος του γέροντα, ο Ιωάννης, στην μορφή και στο σώμα όμοιος με τον πατέρα του, ανδρείος όπως ο Σαμψών και ωραίος, περισσότερο από τον Ιωσήφ. Εισήλθαν και τα περισσότερα εγγόνια του, τα οποία έφεραν τα φαγητά στο τραπέζι, των οποίων η ομορφιά, την τάξη και την ανατροφή θαυμάζοντας οι απεσταλμένοι του Αυτοκράτορα, είπαν προς τον γέροντα:
- "Έχεις γυναίκα;"
και αυτός είπε:
- "Ναι κύριοί μου και αυτά τα παιδιά είναι εγγόνια και τέκνα μου."
- "Ας έλθει λοιπόν η γυναίκα σου να μας ευχηθεί."
Αφού ήλθε, βλέποντας την τόσο ωραία, αν και ήταν γριά, θαύμασαν το κάλλος και την ευπρέπεια και ρώτησαν εάν είχε θυγατέρες. Εκείνη τους είπε:
- "Η πρώτη μου θυγατέρα έχει δύο κορίτσια."
- "Ας έλθουν να τα δούμε καθώς μας διέταξαν οι βασιλείς." Είπαν οι επισκέπτες.
- "Ας φάμε, ότι έδωσε ο Θεός να χαρούμε, διότι εντιμότατοι άρχοντές μου είσθε κουρασμένοι από την οδοιπορία, να αναπαυθείτε και αύριο να γίνει το θέλημα του Πανάγαθου.", απάντησε ο άγιος γέροντας.

Την επομένη ημέρα τα κορίτσια στολίσθηκαν και εξήλθαν με μεγάλη ευγένεια και χαιρέτισαν τους απεσταλμένους και τους στρατιώτες με συμπεριφορά αξιοθαύμαστη. Αυτοί όταν είδαν την ομορφιά τους, την ενδυμασία τους, την κατάσταση και την τάξη αλλά και όλα τα υπόλοιπα άξια θαυμασμού, εξεπλάγησαν και χάρηκαν πολύ. Βρήκαν την πρώτη, σε ηλικία καθώς ήθελαν κατά την παραγγελία του Βασιλιά τους, αλλά είχε και τα χαρακτηριστικά του προσώπου με αυτά που τους είχε περιγράψει. Τότε τις πήραν όλες με πολλή χαρά, τον γέροντα Φιλάρετο, την σύζυγό του Θεοσεβώ, τον πρώτον γιο του Ιωάννη, την θυγατέρα του Υπατία, η οποία ήταν χήρα με δύο θυγατέρες, Μαρία και Μαρανθία και με όλους τους συγγενείς τους, ψυχές τριάκοντα και έφυγαν στα βασιλικά ανάκτορα.

Βλέποντας ο βασιλεύς, η μητέρα του και ο Σταυράκιος την υπέρλαμπρη ομορφιά των εγγονών του Φιλάρετου, θαύμασαν την συμπεριφορά τους και την ευγένεια. Αμέσως τότε την πρώτη, την Μαρία, στεφανώθηκε ο βασιλεύς, την δεύτερη την παντρεύτηκε ένας νεαρός μέγας άρχων, πατρίκιος στο αξίωμα και την άλλη εγγονή του αγίου, θυγατέρα της άλλης θυγατρός του, την έστειλε στον βασιλέα των Λογγοβάρδων Αργούσην, ο οποίος ήταν ένας ευγενικός και ωραίος νέος, φίλος και σύμμαχος του Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε ζητήσει τον καιρό εκείνο να του στείλουν από την Κωνσταντινούπολη μια κόρη να την στεφανωθεί.

Όταν ο Κύριος του απεκάλυψε και το τέλος της ζωής του, έλαβε τον υπηρέτη του εκείνον ο οποίος κρατούσε τα βαλάντια της ελεημοσύνης, και επήγαν μυστικά σε ένα Μοναστήρι της πόλεως, το οποίο λεγόταν Κρίσις. Ζήτησε μνήμα πελεκητό καινούριο. Και είπε:
  - "Μετά παρέλευση δέκα ημερών εξέρχομαι από την ζωή αυτή και πηγαίνω σε άλλη Βασιλεία. Θέλω να ενταφιασθεί σ' αυτό το μνήμα το άθλιο σώμα μου."
Στον υπηρέτη του παρήγγειλε να μην το αποκαλύψει σε κανένα. Πηγαίνοντας στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι του ασθενής. Κατά την ενάτη ημέρα από την ασθένεια του, είπε το Σύμβολο της Πίστεως, το Πάτερ ημών και όταν έλεγε "Γενηθήτω το θέλημα Σου", παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, γέρος ήδη και πλήρης ημερών.

Τελευταία τροποποίηση: 18/12/2015, 12:05

Διαβάστε ακόμη:

Αρισταίος ο πρώτος μελισσοκόμος
Γιος του θεού Απόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης (κόρης του βασιλιά των Λαπιθών Υψέα και εγγονή του Θεσσαλού θεού-ποταμού Πηνειού). Μια μέρα που η Κυρήνη κυνηγούσε σε κάποια κοιλάδα του Πηλίου, ο Απόλλωνας την είδε, την ερωτεύθηκε, την άρπαξε επάνω στο χρυσό άρμα του και την πήγε...
Η μελισσοκομία κατά την αρχαιότητα
Μέσα σε ήλεκτρο (κεχριμπάρι) καθώς επίσης και σε ανασκαφές γεωλόγων και παλαιοντολόγων ευρέθησαν απολιθώματα μελισσών. Η ηλικία ορισμένων εξ αυτών περνά τα 80 εκατομμύρια έτη (Κριτιδική περίοδος). Η εμφάνιση τόσο στο μέγεθος αλλά και στα λοιπά γνωρίσματα....
Τι συμβαίνει κατά το τσίμπημα
Όταν σας κεντρίσει (τσιμπήσει) μια μέλισσα το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να κάνετε είναι να μην πανικοβληθείτε, αλλά να κρατήσετε την ψυχραιμία σας και να αντιδράσετε σωστά για την άμεση αφαίρεση του κεντριού της μέλισσας.
Γιατί μας τσιμπάνε οι μέλισσες
Οι μέλισσες-φρουροί της κυψέλης έμαθαν να ελέγχουν όλες τις κινήσεις εντόμων, ζώων και ερπετών που γίνονται μπροστά από την κυψέλη, αντιδρούν σε όλες τις κινήσεις ανιχνεύοντας τον αέρα για τυχόν μυρωδιές ή φερομόνες που...
Τοπική αντίδραση από τσίμπημα μέλισσας
Μετά το τσίμπημα των μελισσών ή κάποιων άλλων εντόμων (μυρμήγκια, σφήκες κ.α.), παρουσιάζονται κάποιες αντιδράσεις από το δηλητήριο που εισέρχεται στον οργανισμό μας. Σ΄αυτό το άρθρο περιγράφουμε την τοπική αντίδραση.
Αλλεργικό σοκ
Είναι πιθανό να έχετε αλλεργία στα τσιμπήματα των μελισσών. Όταν αυτό σας συμβεί τότε αμέσως και απαραίτητα χρειάζεστε ιατροφαρμακευτική φροντίδα, αλλά προσπαθήστε όσο μπορείτε να μην πανικοβληθείτε.

Σχόλια